08/09/2026 από Κ. Σταματίου - Β. Κουτσονάσιος 0 Σχόλια
Ο Ηλικιωμένος Ασθενής
Η ποιότητα της ζωής των ηλικιωμένων ανθρώπων σχετίζεται απόλυτα με την υγεία τους. Ωστόσο, η κατάσταση της υγείας του ηλικιωμένου πληθυσμού είναι ένας τομέας που στερείται αξιόπιστων και διεθνώς συγκρίσιμων στοιχείων.
Ως ηλικιωμένοι ορίζονται -αυθαίρετα- τα πρόσωπα ηλικίας άνω των 65 ετών, οπότε οι περισσότερες στατιστικές απογραφής ταξινομούν τον ηλικιωμένο πληθυσμό σε μια ομάδα ηλικίας: αυτή των άνω των 60/65. Αυτή η συμβατική κατηγοριοποίηση έχει ως αποτέλεσμα άτομα ηλικίας πολύ μεγαλύτερης από τα 65 έτη να συμπεριλαμβάνονται στις μελέτες με άτομα νεότερα, πολύ διαφορετικής φυσικής κατάστασης, συγκροτώντας τελικά μια ετερογενή ομάδα με μεγάλες διακυμάνσεις στη φυσική και διανοητική υγεία. Μόλις στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας έγινε μια προσπάθεια ταξινόμησης με βάση την ηλικία, με στόχο την καταλληλότερη περιγραφή των σταδίων της γήρανσης (πίνακας 1).
Στην πραγματικότητα, η χρονολογική ηλικία είναι ένας πτωχός προγνωστικός παράγοντας της λειτουργικής κατάστασης αλλά και του προσδόκιμου επιβίωσης ενός ασθενούς, καθότι άλλες παράμετροι κρίνονται σημαντικότερες, όπως το φύλο, το οργανικό προφίλ, το ιστορικό ασθενειών και της επακόλουθης τους νοσηρότητας αλλά και το κοινωνικό πλαίσιο (π.χ., οικονομικοί πόροι, οικογενειακή υποστήριξη) παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο (Fanny Ch. 2000). Έτσι, ακόμα και μεταξύ συνομηλίκων υπερηλίκων παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις.
Η ΓΗΡΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΥΡΟΛΟΓΙΑ
Έτσι, ακόμα και μεταξύ συνομηλίκων υπερηλίκων παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις στη φυσική και διανοητική τους κατάσταση, καθώς οι βιολογικές μεταβολές που σχετίζονται με το γήρας επηρεάζονται από διαφορετικούς για κάθε άτομο κληρονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η γήρανση επέρχεται μεν βαθμιαία κατά τη διάρκεια της ζωής, αλλά ο ρυθμός της διαφέρει από άτομο σε άτομο. Επιπλέον, οι επιπτώσεις του φυσιολογικού φαινομένου της γήρανσης στη φυσική και διανοητική κατάσταση πολλαπλασιάζονται όταν προσθέτονται σε αυτές εκείνες των νοσημάτων ή των δυσμενών επιδράσεων του τρόπου ζωής του ατόμου. Αν και κατά κανόνα τα ηλικιωμένα άτομα θεωρούνται ευπαθή, πάσχουν από νοσήματα διαφορετικών συστημάτων και συχνά λαμβάνουν μακροχρόνιες θεραπείες, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι έχουν καλή υγεία και ανταποκρίνονται καλά στα περιστασιακά νοσήματα. Για τους παραπάνω λόγους πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο φυσιολογικό γήρας και τα παθολογικά φαινόμενα που εμφανίζονται στους ηλικιωμένους ως αποτέλεσμα χρόνιων νοσημάτων, έξεων και έκθεσης σε δυσμενείς παράγοντες (Feigenbaum LZ. 1989).
Έτσι, ενώ στον νέο και μεσήλικα ασθενή, η ανικανότητα ως αποτέλεσμα μιας ασθένειας είναι αρκετά προφανής από τη διάγνωση, στον ηλικιωμένο ασθενή προκύπτει συχνά από την αλληλεπίδραση πολλαπλών σύνθετων νοσημάτων και καταστάσεων.
Στις περισσότερες από τις διαθέσιμες επιδημιολογικές μελέτες δεν γίνεται η παραπάνω διάκριση ενώ η επίπτωση των διάφορων προβλημάτων υγείας για τους ηλικιωμένους άνδρες και τις γυναίκες δεν αναλύεται στο πλαίσιο της -δεδομένης- πολλαπλότητας των παθολογικών καταστάσεων που συνδέονται με το γήρας και το διαφορετικό προσδόκιμο επιβίωσης ανά φυλή και φύλο (Reijneveld SA. 2000). Επιπλέον, υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη ανάμεσα στις φυλετικές/εθνικές ομάδες (Haas JS et al. 2004, Smedley BD et al. 2003, Mayberry RM et al. 2005), οι οποίες εντείνονται στους ηλικιωμένους ανάλογα με τον τόπο διαμονής αλλά και με την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση (LaVeist TA. 2005).
Επίσης, οι επιπτώσεις της γήρανσης για τους άνδρες και τις γυναίκες διαφέρουν σημαντικά και επηρεάζουν το συνολικό προσδόκιμο επιβίωσης: η αναλογία ανδρών/γυναικών στον παγκόσμιο πληθυσμό για το έτος 2000 ήταν 1:1 για την ηλικιακή ομάδα 60-69, 1:3 για την ηλικιακή ομάδα 70-79, 1:8 για την ηλικιακή ομάδα 80-89, και 2:9 για την ηλικιακή ομάδα 90-99 (UN Economic & Social Council. 2005).
Βέβαια, παρόλο που η υπολογιζόμενη διάρκεια ζωής των γυναικών είναι γενικά υψηλότερη, στις χώρες όπου οι γυναίκες υφίστανται αυστηρές μορφές διακρίσεων, η κατάσταση της υγείας των ηλικιωμένων γυναικών επιβαρύνεται από την ανεπαρκή διατροφή και εκπαίδευση, την πτωχότερη προστασία της μητρότητας, και τη μικρότερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.
Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι η οικογενειακή κατάσταση είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τη συνολική υγεία του ηλικιωμένου. Η μακροζωία των παντρεμένων υπερηλίκων οφείλεται στην κοινωνική υποστήριξη και προστασία, στη μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια και στην ψυχολογική ευημερία που παρέχεται από το οικογενειακό περιβάλλον (Chen X & Silverstein M. 2000). Υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές φύλου στην οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του ηλικιωμένου πληθυσμού. Μεταξύ του παγκόσμιου πληθυσμού ηλικίας 60 και άνω, μόλις το 21% των ανδρών και το 57% των γυναικών ζουν μόνοι. Επίσης, λιγότερες γυναίκες είναι οικονομικά δραστήριες ή υποστηρίζονται από το σύζυγό τους, αφού σύμφωνα με τις στατιστικές των Ηνωμένων Εθνών, για τον παγκόσμιο πληθυσμό ηλικίας 60 και άνω, μόλις το 19% των γυναικών σε σχέση με το 42% των ανδρών είναι ακόμα ενεργές ως εργατικό δυναμικό (UN Economic & Social Council. 2005).
Έτσι, οι ανύπανδρες/άπορες ηλικιωμένες γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερη νοσηρότητα και είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε κινδύνους που απειλούν την υγεία τους πολύ περισσότερο μάλιστα στις χώρες όπου υπάρχει ανεπαρκές επίσημο σύστημα υποστήριξης (Cheung FM. 1999). Αντίθετα και για διαφορετικούς λόγους, στο δυτικό κόσμο μεγαλύτερη νοσηρότητα εμφανίζουν οι ηλικιωμένοι άνδρες.
Διαφορές επίσης παρατηρούνται στο πρωτεύον αίτιο θανάτου μεταξύ των ηλικιωμένων ανά περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους μεν λευκούς ηλικιωμένους του δυτικού κόσμου πρωτεύοντα αίτια θανάτου είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τα νεοπλάσματα ενώ στις αφρικανικές χώρες οι λοιμώξεις (Woloshin S et al. 2005).
Από τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό το χαρακτηριστικό παράδοξο της γηριατρικής δηλαδή η ετερογένεια μεταξύ των ηλικιωμένων ανθρώπων που αποτελεί και την κύρια δυσκολία στην πρακτική εφαρμογή της. Πέρα από τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές στην αντιμετώπιση του γηριατρικού ασθενούς που είναι κοινές για όλους τους ηλικιωμένους απαιτείται μια πολύ προσεκτική και ιδιαίτερη για κάθε
περίπτωση προσέγγιση με βάση τα χαρακτηριστικά του καθενός ξεχωριστά, ενώ οι στρατηγικές χάραξης της γηριατρικής περίθαλψης οφείλουν να λαμβάνουν ως δεδομένα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του γηριατρικού πληθυσμού κάθε χώρας.
Η υπολογιζόμενη διάρκεια ζωής στους πληθυσμούς των περιοχών της λεκάνης της Μεσογείου είναι από τις υψηλότερες παγκοσμίως. Ειδικότερα για τη χώρα μας το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξήθηκε κατά δέκα έτη από τη δεκαετία του 50 έως τη δεκαετία του 80 και διατηρώντας σταθερή αυξητική τάση διαμορφώθηκε το 2004, στα 76,67 έτη για τους άνδρες και στα 81,46 έτη για τις γυναίκες (Τούντας Ι και συν. 2006). (πίνακας 2).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, η Ελλάδα, με μέσο προσδόκιμο ζωής (για άνδρες και γυναίκες) κατά τη γέννηση τα 77,32 έτη κατατασσόταν 2η στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1991, το 1996 με μέσο προσδόκιμο ζωής τα 77,79 έτη βρισκόταν στην 5η θέση, ενώ το 2004 με μέσο προσδόκιμο ζωής τα 79,05 έτη, κατατασσόταν 11η στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης στην Ελλάδα, γίνεται με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με κάποιες από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ χάνεται βαθμιαία η προνομιακή θέση της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η επίπτωση των κακοήθων νοσημάτων και των καρδιαγγειακών νοσημάτων στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από άλλων δυτικών χωρών (Τούντας Ι και συν. 2006).
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Έλληνες άνδρες εμφανίζουν υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από τον μέσο όρο των ανδρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η κατάταξη των Ελληνίδων γυναικών είναι χαμηλότερη. Ωστόσο, σε απόλυτους αριθμούς, οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες (Τούντας Ι και συν. 2006). Επιπλέον οι ηλικιωμένοι στην Ελλάδα -κυρίως στις αγροτικές περιοχές- είναι πιο στωικοί και αναζητούν ιατρική φροντίδα για νοσήματα που τα θεωρούν ως προβλήματα του γήρατος μόνο όταν τα συμπτώματα γίνονται αφόρητα. Εδώ βέβαια πρέπει να τονιστεί η διαφορετικότητα της Ελληνικής πραγματικότητας. Η αρχέγονη οικογενειακή δομή στην πλειονότητα της Ελληνικής κοινωνίας παραμένει οικογενειοκεντρική και οι περισσότεροι ηλικιωμένοι ζουν με τα παιδιά και τα εγγόνια τους, απολαμβάνοντας κοινωνική υποστήριξη και προστασία. Από την άλλη, έχουν ακόμη σημαντικό ρόλο στην ανατροφή των εγγονιών τους. Η αγάπη και η μεταλαμπάδευση των εμπειριών τους προς την νεότερη γενιά, αποτελούν για τα Ελληνικά πρότυπα της σύγχρονης οικογένειας θεμιτή διαδικασία. Από τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτή η αντίφαση που διέπει τη θέση των ηλικιωμένων στην χώρα μας: ενώ είναι ενεργά μέλη του οικογενειακού ιστού και απολαμβάνουν την υποστήριξη, την προστασία και την ψυχολογική ευημερία που παρέχεται από το οικογενειακό περιβάλλον, δεν τυγχάνουν ξεχωριστής ιατρικής μέριμνας ενώ δεν υπάρχει έντονη κοινωνική πίεση προς τη δημιουργία προηγμένων συστημάτων κοινωνικής υπηρεσίας για αυτούς.
Σχόλια
Γράψτε ένα σχόλιο